Ένα δίκτυο 430 εταιρειών, μέσω του οποίου φέρεται να απέφευγε συστηματικά την καταβολή φόρων, ασφαλιστικών εισφορών και λοιπών οικονομικών υποχρεώσεων, είχε στήσει η εγκληματική οργάνωση στην υπόθεση «Χωριάτικο», σύμφωνα με την ανακοίνωση της ΕΛΑΣ. Οι καταγεγραμμένες απαιτητές οφειλές ξεπερνούν τα 95,5 εκατ. ευρώ, ενώ η διαπιστωθείσα ζημία από τη μη καταβολή οικονομικών υποχρεώσεων ανέρχεται σε …
Υπόθεση «Χωριάτικο»: 430 εταιρείες, οφειλές 95,5 εκατ. ευρώ και κατασχέσεις χρημάτων και τιμαλφών

Ένα δίκτυο 430 εταιρειών, μέσω του οποίου φέρεται να απέφευγε συστηματικά την καταβολή φόρων, ασφαλιστικών εισφορών και λοιπών οικονομικών υποχρεώσεων, είχε στήσει η εγκληματική οργάνωση στην υπόθεση «Χωριάτικο», σύμφωνα με την ανακοίνωση της ΕΛΑΣ.
Οι καταγεγραμμένες απαιτητές οφειλές ξεπερνούν τα 95,5 εκατ. ευρώ, ενώ η διαπιστωθείσα ζημία από τη μη καταβολή οικονομικών υποχρεώσεων ανέρχεται σε περίπου 77 εκατ. ευρώ.
Για την υπόθεση συνελήφθησαν συνολικά 59 άτομα και στη δικογραφία περιλαμβάνονται 149 κατηγορούμενοι.
Κατασχέθηκαν χρηματικά ποσά συνολικής αξίας 528.687 ευρώ, επιταγές 70.000 ευρώ, 18 οχήματα, επώνυμες τσάντες αξίας 155.000 ευρώ και ρολόγια με κοσμήματα περίπου 500.000 ευρώ.
Παράλληλα, στο πλαίσιο προγενέστερης έρευνας στη Ρόδο είχαν κατασχεθεί επιπλέον περίπου 950.000 ευρώ, ενώ δεσμεύτηκαν τραπεζικά ποσά άνω των 5,2 εκατ. ευρώ.
Αναλυτικά, από τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος εξαρθρώθηκε εγκληματική οργάνωση, τα μέλη της οποίας δραστηριοποιούνταν συστηματικά στη διάπραξη απατών σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, στη διακεκριμένη φοροδιαφυγή, στην πλαστογραφία και στη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Για την αποδόμηση της οργάνωσης πραγματοποιήθηκε, από την Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026, ευρείας κλίμακας αστυνομική επιχείρηση σε περιοχές της Αττικής, της Ρόδου, της Μυκόνου, των Ιωαννίνων, του Αγρινίου, της Ζακύνθου, της Τρίπολης, της Πάτρας και της Κορίνθου.
Κατά την επιχείρηση συνελήφθησαν 59 άτομα, μεταξύ των οποίων και το αρχηγικό μέλος της οργάνωσης, ενώ στη δικογραφία που σχηματίστηκε περιλαμβάνονται συνολικά 149 κατηγορούμενοι.
Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε από υπηρεσίες της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος που εδρεύουν σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Κρήτη, με τη συμμετοχή και συνδρομή αστυνομικών υπηρεσιών της Αττικής και της περιφέρειας, της Ειδικής Κατασταλτικής Αντιτρομοκρατικής Μονάδας (Ε.Κ.Α.Μ.), της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών και του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής.
Από την πολύμηνη και εμπεριστατωμένη έρευνα προέκυψε ότι η οργάνωση δραστηριοποιούνταν τουλάχιστον από το 2016, έχοντας αναπτύξει ένα πολυσύνθετο δίκτυο επιχειρήσεων σε Αττική, Ρόδο, Μύκονο, Λάρισα και Κόρινθο, καθώς και οικονομικές και επιχειρησιακές διασυνδέσεις στη Βουλγαρία, την Ιρλανδία και τη Δανία.
Τα μέλη της είχαν δημιουργήσει και αξιοποιούσαν 430 αλληλοσυνδεόμενα εταιρικά σχήματα, εκ των οποίων τα 340 χρησιμοποιούνταν στο πλαίσιο οργανωμένου μηχανισμού συστηματικής αποφυγής φορολογικών, ασφαλιστικών και λοιπών οικονομικών υποχρεώσεων.
Οι εταιρείες εμφανίζονταν ως ανεξάρτητες επιχειρηματικές οντότητες, ενώ στην πραγματικότητα τελούσαν υπό τον έλεγχο των ίδιων προσώπων, που χρησιμοποιούσαν ως διαχειριστές και νόμιμους εκπροσώπους παρένθετα πρόσωπα, τους λεγόμενους «αχυρανθρώπους».
Το επιχειρηματικό δίκτυο εκτεινόταν σε κλάδους με υψηλό κύκλο εργασιών, όπως νυχτερινά κέντρα διασκέδασης, επιχειρήσεις εστίασης, beach bars, ξενοδοχειακές μονάδες, ταξιδιωτικά γραφεία, αρτοποιεία, επιχειρήσεις ζαχαροπλαστικής και καταστήματα ψυχαγωγίας ενηλίκων.
Κεντρικό στοιχείο του τρόπου δράσης της οργάνωσης ήταν η συστηματική συσσώρευση οφειλών προς το Ελληνικό Δημόσιο, ασφαλιστικούς φορείς και Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αλλά και η διαδοχική αντικατάσταση των εταιρειών που τις δημιουργούσαν από νέες επιχειρηματικές οντότητες, οι οποίες συνέχιζαν την ίδια δραστηριότητα υπό τον έλεγχο των ίδιων πραγματικών διαχειριστών.
Οι οφειλές προέρχονταν, μεταξύ άλλων, από τη συστηματική μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, τη μη εξόφληση βεβαιωμένων φορολογικών υποχρεώσεων όπως Φ.Π.Α. και φόρου εισοδήματος, τη μη καταβολή μισθωμάτων προς Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και την Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε.) από συμβάσεις παραχώρησης τμημάτων αιγιαλού και παραλίας, τη μη απόδοση παρακρατούμενων φόρων επί της μισθοδοσίας του προσωπικού και τη μη επιστροφή οικονομικών ενισχύσεων που είχαν χορηγηθεί με τη μορφή επιστρεπτέας προκαταβολής.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, η μη καταβολή των οικονομικών υποχρεώσεων δεν οφειλόταν σε πραγματική οικονομική αδυναμία των επιχειρήσεων, αλλά σε συνειδητή επιλογή ενταγμένη στον συνολικό σχεδιασμό της εγκληματικής οργάνωσης.
Παρά τη συσσώρευση σημαντικών οφειλών, διαπιστώθηκαν εκτεταμένες αναλήψεις χρηματικών ποσών από εταιρικούς τραπεζικούς λογαριασμούς, πολυάριθμες διατραπεζικές μεταφορές μεταξύ συνδεδεμένων εταιρειών, χορηγήσεις άτοκων και μακροχρόνιων δανείων, καθώς και καταβολές ιδιαίτερα υψηλών αποζημιώσεων απόλυσης σε βασικά μέλη της οργάνωσης, τα οποία εμφανίζονταν προσχηματικά ως εργαζόμενοι για σύντομα χρονικά διαστήματα.
Ενδεικτικά, στο πλαίσιο της έρευνας εντοπίστηκε περίπτωση δήλωσης αποζημίωσης απόλυσης ύψους περίπου 1,2 εκατομμυρίων ευρώ.
Τα μέλη της οργάνωσης προχωρούσαν επίσης σε συνεχή επέκταση των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων, απόκτηση ακινήτων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αγορά πολυτελών οχημάτων και επενδύσεις σε χρηματοοικονομικά προϊόντα, εμφανίζοντας τρόπο διαβίωσης δυσανάλογο προς τα δηλωθέντα εισοδήματά τους.
Με τη συγκεκριμένη μεθοδολογία, οι πραγματικοί διαχειριστές διατηρούσαν τον έλεγχο των επιχειρήσεων και των οικονομικών τους δραστηριοτήτων, ενώ οι οφειλές παρέμεναν σε εταιρείες χωρίς ουσιαστική δυνατότητα αποπληρωμής.
Όταν οι εταιρείες αυτές συσσώρευαν σημαντικά χρέη, αντικαθίσταντο από νέες που συνέχιζαν την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα, με αποτέλεσμα τα μέτρα είσπραξης των αρμόδιων αρχών να στρέφονται κατά εταιρειών-κελυφών και να καθίσταται ιδιαίτερα δύσκολη η ικανοποίηση των οικονομικών απαιτήσεων του Δημοσίου και των λοιπών φορέων.
Ταυτόχρονα, μέσω της χρησιμοποίησης παρένθετων προσώπων ως τυπικών διαχειριστών, οι πραγματικοί υπεύθυνοι απέκρυπταν την ταυτότητά τους, ενώ οι φορολογικές, ασφαλιστικές και λοιπές διοικητικές αρχές εμφανίζονταν να συναλλάσσονται με διαφορετικές και δήθεν ανεξάρτητες επιχειρήσεις.
Στην πραγματικότητα, όμως, οι επιχειρήσεις αυτές αποτελούσαν διαδοχικούς κρίκους του ίδιου επιχειρηματικού δικτύου, υπό κοινή αφανή διοίκηση, γεγονός που επέτρεπε στην οργάνωση να συνεχίζει απρόσκοπτα τη δραστηριότητά της και να αποφεύγει συστηματικά την εκπλήρωση των οικονομικών της υποχρεώσεων.
Για την υποστήριξη του μηχανισμού αυτού, χρησιμοποιούνταν 32 διευθύνσεις στην Αττική ως κοινές, εικονικές εταιρικές έδρες, ενώ καταρτίζονταν έγγραφα, εξουσιοδοτήσεις και λοιπά δικαιολογητικά για τη σύσταση, λειτουργία και διαχείριση των επιχειρήσεων.
Παράλληλα, αξιοποιούνταν τραπεζικοί λογαριασμοί στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, τερματικές συσκευές POS, διατραπεζικές μεταφορές και εικονικές συναλλαγές μεταξύ εταιρειών του δικτύου, με σκοπό την απόκρυψη οικονομικών ροών, πραγματικών δικαιούχων και φορολογητέας ύλης.
Με τις πρακτικές αυτές επιδιωκόταν η απόκρυψη πραγματικών εσόδων και η εμφάνιση μειωμένης φορολογητέας ύλης, περιορίζοντας τεχνητά τις φορολογικές υποχρεώσεις των επιχειρήσεων. Επιπλέον, η εγκληματική οργάνωση εξασφάλιζε αθέμιτο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των επιχειρήσεων που εκπλήρωναν τις φορολογικές και ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις, καθώς μπορούσε να επεκτείνει διαρκώς τις δραστηριότητές της και να διεκδικεί μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς.
Ως προς την εσωτερική δομή της οργάνωσης, διαπιστώθηκε ότι διέθετε συγκεκριμένη ιεραρχία, κατανομή ρόλων και διακριτούς μηχανισμούς διοικητικής, λογιστικής και οικονομικής υποστήριξης.
Συγκεκριμένα, η οργάνωση αποτελούνταν από το αρχηγικό μέλος, το οποίο ασκούσε τον κεντρικό έλεγχο και καθοδηγούσε την επιχειρηματική και οικονομική δραστηριότητα, από τους άτυπους συνεταίρους που συμμετείχαν αφανώς στα επιχειρηματικά σχήματα και λάμβαναν ποσοστά επί των οικονομικών αποτελεσμάτων από 20% έως 25%, από τον κεντρικό επιχειρησιακό πυρήνα που αναλάμβανε τη σύσταση εταιρειών, την εξεύρεση παρένθετων διαχειριστών, τη διαχείριση οικονομικών συναλλαγών και την οργάνωση του εταιρικού δικτύου, από τους περιφερειακούς λειτουργικούς κόμβους σε Αττική, Ρόδο και Μύκονο που παρείχαν λογιστική, φορολογική, ασφαλιστική και διοικητική υποστήριξη, και από τα παρένθετα πρόσωπα που εμφανίζονταν ως νόμιμοι εκπρόσωποι ή διαχειριστές χωρίς να ασκούν ουσιαστικό έλεγχο.
Τα παρένθετα πρόσωπα επιλέγονταν, σε αρκετές περιπτώσεις, από οικονομικά ευάλωτες κοινωνικές ομάδες και, έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, παραχωρούσαν τα στοιχεία τους ή συμμετείχαν σε τυπικές διαδικασίες σύστασης και διαχείρισης επιχειρήσεων.
Από την έρευνα προέκυψε επίσης ότι για τη συγκρότηση ορισμένων εταιρικών σχημάτων είχαν χρησιμοποιηθεί στοιχεία ταυτότητας προσώπων που δεν αντιστοιχούσαν σε υπαρκτά φυσικά πρόσωπα.
Σε ό,τι αφορά την οικονομική διάσταση της εγκληματικής δραστηριότητας, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων και του e-Ε.Φ.Κ.Α., η ζημία από τη συστηματική μη καταβολή οικονομικών υποχρεώσεων ανέρχεται συνολικά σε 76.960.295,42 ευρώ, χωρίς τις προσαυξήσεις.
Από το ποσό αυτό, 38.177.451,83 ευρώ αφορούν βασικές ληξιπρόθεσμες οφειλές και 38.782.843,59 ευρώ αφορούν οφειλές προς τον e-Ε.Φ.Κ.Α.
Επιπλέον, το συνολικό ύψος των καταγεγραμμένων απαιτητών οφειλών των εταιρειών, για τις οποίες εντοπίστηκαν οικονομικά στοιχεία, διαμορφώνεται σε 95.557.335,09 ευρώ, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία του Σεπτεμβρίου 2026.
Περαιτέρω, από δειγματοληπτικούς οικονομικούς και φορολογικούς ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν σε επιχειρήσεις της Αττικής, της Μυκόνου και της Ρόδου, για φορολογικές χρήσεις από το 2020 έως το 2025, προέκυψαν ενδείξεις απόκρυψης εκτιμώμενων καθαρών κερδών ύψους 30.519.402,73 ευρώ, καθώς και μη δηλωθεισών ή αποκρυβεισών φορολογητέων εκροών ύψους 43.295.172,62 ευρώ.
Από τους μέχρι σήμερα φορολογικούς ελέγχους έχουν προσδιοριστεί 26 περιπτώσεις κακουργηματικής φοροδιαφυγής, ενώ τα σχετικά ποσά φόρων και η επιπλέον περίπτωση για την οποία έχει υποβληθεί μηνυτήρια αναφορά ανέρχονται συνολικά σε 11.757.434,91 ευρώ, με τους ελέγχους να βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη.
Από την ανάλυση των οικονομικών δεδομένων προέκυψαν επίσης ενδείξεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, μέσω απόκτησης και μεταβίβασης ακινήτων μεγάλης αξίας, αγορών πολυτελών οχημάτων, τραπεζικών συναλλαγών, εικονικών δανειακών συμβάσεων και μεταφορών κεφαλαίων μεταξύ συνδεδεμένων εταιρειών.
Ενδεικτικά, εντοπίστηκαν συναλλαγές που αφορούσαν ακίνητα αξίας εκατοντάδων χιλιάδων έως και εκατομμυρίων ευρώ, καθώς και αγορές πολυτελών οχημάτων αξίας έως 665.500 ευρώ.
Στο πλαίσιο των ερευνών, που πραγματοποιήθηκαν σε οικίες, γραφεία, καταστήματα, επαγγελματικές εγκαταστάσεις και οχήματα, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, μεταξύ άλλων, χρηματικά ποσά σε ευρώ και ξένα νομίσματα συνολικής αξίας 528.687,38 ευρώ, καθώς και 2 επιταγές συνολικής ονομαστικής αξίας 70.000 ευρώ, 18 οχήματα, εκ των οποίων 12 αυτοκίνητα και 6 δίκυκλα, επώνυμες τσάντες εκτιμώμενης συνολικής αξίας 155.000 ευρώ, ρολόγια και κοσμήματα εκτιμώμενης συνολικής αξίας 500.000 ευρώ, 15 νομίσματα χρυσού χρώματος, πλήθος εταιρικών σφραγίδων, τραπεζικών καρτών, συσκευών POS και μηχανημάτων καταμέτρησης χρημάτων, κινητά τηλέφωνα, κάρτες SIM, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, συσκευές tablet, σκληροί δίσκοι και λοιπά ψηφιακά μέσα αποθήκευσης δεδομένων, ιδιόχειρες σημειώσεις, σημειωματάρια και καταστάσεις με στοιχεία εταιρειών, φυσικών προσώπων, ποσοστά συμμετοχής, εισπράξεις, πληρωμές και οικονομικές συναλλαγές, 2 πτυσσόμενες μεταλλικές ράβδοι, 1 μεταλλική σιδερογροθιά και μικροποσότητα ακατέργαστης κάνναβης.
Για τη συλλογή και τη διασφάλιση ψηφιακών πειστηρίων στα λογιστικά γραφεία παρασχέθηκε τεχνική υποστήριξη από ειδικό κλιμάκιο της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών.
Στο πλαίσιο προγενέστερης έρευνας που πραγματοποιήθηκε την 27η Αυγούστου 2026 σε λογιστικό γραφείο της Ρόδου από στελέχη του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής, είχαν κατασχεθεί επιπλέον 949.658,38 ευρώ, καθώς και κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία που συσχετίστηκαν με την παρούσα υπόθεση.
Δεσμεύτηκαν άμεσα χρηματικά ποσά συνολικού ύψους 5.208.011,16 ευρώ σε τραπεζικούς λογαριασμούς που συνδέονται με την ερευνώμενη δραστηριότητα, ενώ η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες προχώρησε σε δέσμευση 130 τραπεζικών λογαριασμών νομικών προσώπων και 213 λογαριασμών φυσικών προσώπων.
Για τη διερεύνηση της υπόθεσης υπήρξε στενή συνεργασία με την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, τον e-Ε.Φ.Κ.Α., την Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και πιστωτικά ιδρύματα.
Παράλληλα, η έρευνα υποστηρίχθηκε από την Υπηρεσία Εσωτερικής Ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών (Homeland Security Investigations – HSI), τη βρετανική φορολογική και τελωνειακή υπηρεσία (HM Revenue & Customs – HMRC), ενώ συνέδραμε και η μη κυβερνητική οργάνωση OUR RESCUE.
Σε βάρος των κατηγορουμένων σχηματίστηκε δικογραφία για εγκληματική οργάνωση, διακεκριμένη απάτη σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, διακεκριμένη πλαστογραφία, φοροδιαφυγή, μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, καθώς και για λοιπά αδικήματα, κατά περίπτωση.
Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στην αρμόδια εισαγγελική αρχή και παραπέμφθηκαν σε ανακριτές, ενώ οι έρευνες για την πλήρη αποτύπωση της εγκληματικής δραστηριότητας και τη διερεύνηση των οικονομικών συναλλαγών συνεχίζονται.
Πηγή: Politic.gr






