Μια φορά κι έναν καιρό, στο βασίλειο της Δυτικής Συμβασιλεύουσας, ζούσε ένα μικρό αγόρι που το έλεγαν Βασίλη. Ο μικρός Βασίλης δεν είχε εύκολη ζωή. Πέρασε δυσκολίες, γνώρισε στεναχώριες και βρέθηκε μπροστά σε πολλά εμπόδια. Όμως δεν ήταν μόνος. Στο διάβα του χρόνου βρήκε καλούς φίλους — φίλους αληθινούς, που του έδωσαν το χέρι τους …
Η ιστορία του μικρού Βασίλη…

Μια φορά κι έναν καιρό,
στο βασίλειο της Δυτικής Συμβασιλεύουσας, ζούσε ένα μικρό αγόρι που το έλεγαν Βασίλη.
Ο μικρός Βασίλης δεν είχε εύκολη ζωή. Πέρασε δυσκολίες, γνώρισε στεναχώριες και βρέθηκε μπροστά σε πολλά εμπόδια. Όμως δεν ήταν μόνος. Στο διάβα του χρόνου βρήκε καλούς φίλους — φίλους αληθινούς, που του έδωσαν το χέρι τους όταν το είχε ανάγκη και στάθηκαν δίπλα του στα δύσκολα.
Τα χρόνια κύλησαν σαν νερό στο ποτάμι, κι ο μικρός Βασίλης μεγάλωσε και έγινε τρανός. Ξεπέρασε τα προβλήματά του, βρήκε καλή δουλειά και στάθηκε στα πόδια του, πάντα με τη βοήθεια των φίλων του.
Κι εδώ η ιστορία μας θα μπορούσε να τελειώσει, αφού όλοι έζησαν καλά κι ο Βασίλης ακόμη καλύτερα.
Μα τα παραμύθια δεν τελειώνουν πάντα τόσο απλά…
Ο Βασίλης μεγάλωσε κι άλλο, άφησε και μούσι για να μοιάζει στους παλιούς ήρωες που θαύμαζε μικρός, κι άρχισε να σκέφτεται πως υπάρχει τρόπος να παλεύει λιγότερο και να μιλά περισσότερο. Έτσι έγινε υπερασπιστής· άνθρωπος που υπερασπιζόταν —τουλάχιστον στα λόγια— τους συναδέλφους του.
Με τον καιρό απέκτησε δύναμη και επιρροή. Και μια μέρα, σχεδόν ξαφνικά, βρέθηκε να είναι αφέντης εκεί όπου πριν ήταν ίσος με τους άλλους. Έλεγε πως παλεύει για το καλό τους και συχνά ερχόταν σε σύγκρουση με τον εκάστοτε τοπικό άρχοντα της Δυτικής Συμβασιλεύουσας. Οι άνθρωποι τον άκουγαν και πολλοί τον αγαπούσαν, γιατί μιλούσε με πάθος και σιγουριά.
Ώσπου μια μέρα πήρε μια μεγάλη απόφαση.
Θα στεκόταν απέναντι στον τότε τοπικό άρχοντα, τον οποίο κατηγορούσε πως δεν ήταν άξιος να διοικήσει ούτε μικρό περίπτερο — έτσι τουλάχιστον έλεγε. Διάλεξε λοιπόν έναν νέο υποψήφιο άρχοντα και στάθηκε στο πλευρό του. Υποσχέθηκε στους ανθρώπους πως καλύτερο άρχοντα δεν είχαν ξαναδεί.
Κι όταν ο νέος άρχοντας εκλέχθηκε, ο Βασίλης έγινε αυτό που πάντα επιθυμούσε: μια φωνή στο αυτί του. Όσο ο άρχοντας άκουγε τη φωνή αυτή, όλα κυλούσαν ομαλά. Συμβουλές δίνονταν, αποφάσεις παίρνονταν, κι ο Βασίλης στεκόταν πάντοτε κοντά στον θρόνο.
Μα οι φιλοδοξίες του δεν σταματούσαν εκεί.
Σιγά-σιγά, άνθρωποι της δικής του επιλογής βρέθηκαν σε σημαντικές θέσεις του βασιλείου, ακόμη και στο μεγάλο θησαυροφυλάκιο. Κάποιοι έλεγαν πως η νέα Μεγάλη Ταμίας ήταν τόσο αυστηρή και δυναμική, που δίπλα της ακόμη και σιδερένιες κυρίες της Ιστορίας θα φαίνονταν πιο ήπιες.
Όμως ο καιρός φέρνει πάντα αλλαγές.
Ο άρχοντας άρχισε να καταλαβαίνει πως οι σύμβουλοί του ίσως δεν είχαν όλοι τις ίδιες προθέσεις. Μίλησε για αλλαγές και ανακατατάξεις στο παλάτι.
Και τότε, πριν καλά-καλά λαλήσει ο πετεινός τρεις φορές, ο Βασίλης έφυγε.
Έφυγε με θόρυβο και τυμπανοκρουσίες, όπως είχε μάθει τόσα χρόνια. Έφυγε σαν ήρωας στα μάτια ορισμένων, λέγοντας πως δεν άντεχε τον ζυγό του άρχοντα που ο ίδιος είχε βοηθήσει να ανέβει στον θρόνο.
Και τι έκανε ύστερα;
Άρχισε να συνομιλεί με ανθρώπους από την αυλή του προηγούμενου άρχοντα — εκείνου που κάποτε κατηγορούσε με βαριές κουβέντες. Και δεν άργησε να υψώσει ξανά τη φωνή του, αυτή τη φορά εναντίον του νυν άρχοντα, ελπίζοντας πως οι άνεμοι θα άλλαζαν κατεύθυνση και θα τον έφερναν πάλι κοντά στον θρόνο.
Γιατί, βλέπετε, σε μερικά βασίλεια, ορισμένοι δεν θέλουν τόσο να φορούν το στέμμα, όσο να στέκονται πολύ κοντά σε εκείνον που το φορά.
Κι έτσι συνεχίζεται η ιστορία στο βασίλειο της Δυτικής Συμβασιλεύουσας –
μια ιστορία για φιλοδοξίες, συμμαχίες και κύκλους που κλείνουν μόνο για να ξανανοίξουν.
Και το δίδαγμα του παραμυθιού;
Πως η δύναμη αλλάζει χέρια,
μα ο χαρακτήρας φαίνεται όταν αλλάζουν οι συνθήκες. Και φυσικά… όλα αυτά είναι απλώς ένα παραμύθι;
Ο ΚΟΥΚΛΟΥΤΖΑΛΗΣ







